Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Ὀρφεὺς...




     
   Ὁ Ὀρφεὺς ἦταν γιὸς τοῦ Οἰάγρου καὶ τῆς Καλλιόπης. Τὸ ὄνομα τοῦ πατρός του ποὺ ἦταν Θρᾷξ βασιλεύς, ἐκφράζει τὴν καταγωγή του· τὸ ὄνομα τῆς μητρός του, ἐκφράζει τὶς σχέσεις του μὲ τὶς Μοῦσες, τῶν ὁποίων ἦταν εὐνοούμενος.


      Μία νύχτα ἀνέβηκε στὸ ὄρος Παγγαῖο μὲ τὰ μάτια στραμμένα στὴν ἀνατολὴ καὶ ἀνέμενε τὴν ἐμφάνιση τοῦ λαμπροῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον, πρῶτος ἤθελε νὰ χαιρετίσῃ. Ἡ ἀποκλειστικὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Ἀπόλλωνα λατρεία καὶ ἡ περιφρόνηση τῆς θρησκείας τοῦ Βάκχου, ἔγινε κατὰ τὸν Αἰσχύλο, αἰτία θανάτου τοῦ Ὀρφέως, ποὺ φονεύθηκε ἀπὸ τὶς θρακικὲς βάκχες, τὶς Βασσαρίδες, οἱ ὁποῖες τὸν ἐκδικήθηκαν γιὰ τὴν περιφρόνηση ποὺ ἔδειξε πρὸς τὸν Βάκχο. 

      «…τὸν δὲ Ἥλιον μέγιστον τῶν θεῶν ἐνόμιζεν εἶναι, ὃν καὶ Ἀπόλλωνα προσηγόρευσεν· ἐπεγειρόμενός τε τῆς νυκτὸς κατὰ τὴν ἑωθινὴν ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Πάγγαιον <ἀνιὼν> προσέμενε τὰς ἀνατολάς, ἵνα ἴδηι τὸν Ἥλιον πρῶτον. ὅθεν ὁ Διόνυσος ὀργισθεὶς αὐτῶι ἔπεμψε τὰς Βασσαρίδας, ὥς φησιν Αἰσχύλος ὁ τραγωιδιῶν ποιητής, αἵτινες αὐτὸν διέσπασαν καὶ τὰ μέλη διέρριψαν χωρὶς ἕκαστον. αἱ δὲ Μοῦσαι συναγαγοῦσαι ἔθαψαν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις Λειβήθροις.» 
Ἐρατοσθένης Catasterismorum, 24 (p. 138 Radt) 




Εἰκόνα --> Νεαρὴ γυναίκα ἀπὸ τὴ Θράκη φέρει τὸ κεφάλι τοῦ Ὀρφέως, τοῦ Gustave Moreau, 1865 Musée d'Orsay, Paris

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου